Σάββατο 6 ∆εκεµβρίου 2008 νωρίς το βράδυ, την ηµέρα της εορτής του Αγίου Νικολάου. Ενας 15χρονος µαθητής κατηφορίζει προς τα Εξάρχεια προκειµένου να τιµήσει την ονοµαστική εορτή του φίλου και πρώην συµµαθητή του Νίκου Ρωµανού. Είναι χαλαρός και ευδιάθετος, χωρίς να υποψιάζεται τα όσα τραγικά του επιφυλάσσει η µοίρα. Ούτε που θα µπορούσε να του περάσει από το µυαλό η σκέψη ότι λίγα λεπτά αργότερα θα έπεφτε νεκρός πυροδοτώντας άθελά του το ξέσπασµα της συσσωρευµένης οργής εκατοντάδων χιλιάδων νέων της εποχής, που έβραζαν µέσα τους βλέποντας να διαψεύδονται καθηµερινά οι προσδοκίες και τα όνειρα που έκαναν για ένα καλύτερο µέλλον.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Μια παρέα 4-5 παιδιών, ανάμεσα τους και ο Αλέξανδρος, κατηφορίζουν τα Εξάρχεια. Λίγο νωρίτερα είχαν έναν διαπληκτισμό με δύο ειδικούς φρουρούς που επέβαιναν σε περιπολικό: τον Επαμεινώνδα Κορκονέα και τον Βασίλη Σαραλιώτη.

Κι ενώ όλα έδειχναν πως το περιστατικό είχε λήξει, με το περιπολικό να αποχωρεί, στη συνέχεια οι Κορκονέας και Σαραλιώτης επιστρέφουν με τα πόδια στο σημείο. Εκεί, ο Κορκονέας, αφού ζήτησε τον λόγο από τους νεαρούς, σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε δύο φορές. Ο 15χρονος μαθητής έπεφτε νεκρός και η δολοφονία του έβαλε φωτιά σε όλη τη χώρα.

Ο Αλέξανδρος διακομίζεται στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όμως είναι πλέον πολύ αργά. Οι γιατροί διαπιστώνουν απλώς το θάνατό του. Η εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξη, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, ήταν αρκετή, ώστε να πυροδοτήσει τη θρυαλλίδα ενός απίστευτου κύματος αγανάκτησης κι ενός ραγδαίου ξεσηκωμού της νεολαίας.

Η είδηση της δολοφονίας του νεαρού μαθητή διαδίδεται αστραπιαία σε ολόκληρη τη χώρα, μέσω του Διαδικτύου και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Η αντίστροφη μέτρηση για την μεγαλύτερη εξέγερση των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα είχε ξεκινήσει. Για ημέρες όλες οι πόλεις της Ελλάδας, κατακλύστηκαν από μαθητές, φοιτητές, αλλά και ανθρώπους όλων των ηλικιών που διαδήλωσαν ενάντια στην κρατική καταστολή. “Τα Χριστούγεννα αναβάλλονται έχουμε εξέγερση”, έγραφαν τα πανό.

Οι μαζικότατες διαδηλώσεις κράτησαν για πολλές ημέρες, μια ολόκληρη γενιά, και μαζί της αρκετές προηγούμενες, μεταφέρθηκε από τις σχολικές αίθουσες και τα αμφιθέατρα στα οδοφράγματα.