Η 29η Μαΐου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό. Η ανάμνηση της αποφράδας ημέρας πριν από 567 χρόνια εξακολουθεί να έχει μεγάλη σημασία για τους Έλληνες

29 Μαΐου 1453: Σήμερα συμπληρώνονται 567 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μία ημέρα που Έλληνες και Τούρκοι μνημονεύουν με διαφορετικά συναισθήματα.

Ιστορικά, βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Την εποχή εκείνη η Πόλη είχε αποδεκατιστεί τόσο από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων όσο και από την πανώλη που τη μάστιζε.

Παράλληλα, οι Σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.

Υπήρχαν θρησκευτικές έριδες και εμφύλιες διαμάχες των Δυτικών αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν εντός του λιμανιού της Πόλης. Συγχρόνως, υπήρχε μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες όπως ο Μυστράς που έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου!

Την ίδια χρονική στιγμή οι άνθρωποι ήταν διχασμένοι καθώς υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ένωσης των Εκκλησιών.

Κατά μία εκδοχή η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204. Από τότε και μετά η διαμάχη ενωτικών και ανθενωτικών διογκώθηκε, και μάλιστα μετά το 1438-1439 και τη Σύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ κάλεσε τις Εκκλησίες σε μια τελευταία προσπάθεια Ένωσης.

Ένας ακόμη παράγοντας παρακμής ήταν και η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες για το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας.

Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής και οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη που κυριαρχούσε φόβος.

Οι Τούρκοι στο μεταξύ ήταν απερίσπαστοι από απειλές και αφοσιωμένοι στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Προηγήθηκε η οικοδόμηση ενός επιβλητικού φρουρίου στις ευρωπαϊκές ακτές των στενών του Βοσπόρου. Στόχος ήταν το Ρούμελη-Χισάρ, όπως ονομάστηκε, να αποκόψει την πρωτεύουσα από τα λιμάνια του Ευξείνου, ώστε οι κάτοικοι να πεινάσουν, καθώς της στέρησε τη δυνατότητα να προμηθεύεται σιτηρά από εκεί.

Το 1402 ο σουλτάνος των Τούρκων Βαγιαζήτ είχε υποστεί πανωλεθρία στη μάχη της Άγκυρας από το στρατό των Μογγόλων του Ταμερλάνου.

Η ήττα αυτή προκάλεσε μεγάλη εσωτερική κρίση στο κράτος των Οθωμανών και το Βυζάντιο σταμάτησε να πληρώνει φόρο υποτέλειας και εξασφάλισε, παρά την αδυναμία του, παράταση ζωής μισού αιώνα.

«Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα» σημειώνει η Ελληνίδα βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ.

Ο λόγος που δεν πραγματοποιήθηκε αυτό ήταν γιατί ο Βαγιαζήτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια.

Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους και ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι δηλαδή η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων που πήγαιναν στη Δύση, έστω κι αν τους δέχονταν εκεί με τιμές. Η προσπάθεια δεν στέφτηκε με επιτυχία.

Το Βυζάντιο δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, και η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς.

Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσέγγισε τον Πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια.

Ο Πάπας έβαλε εκ νέου ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αναγκάστηκε τελικώς να αποδεχθεί το αίτημα του αυτοκράτορα, προκειμένου να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς για να πείσουν το λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.

Πολλοί λένε ότι η Δύση τελικώς δε βοήθησε. Όμως, η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Επίσης, μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί ήταν φοβισμένοι.

Όταν ανέλαβε ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Άλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι δε γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης.

Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”.

Το 1425 στέφθηκε αυτοκράτορας ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος. Στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας δέχθηκε την πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης στην Καθολική Εκκλησία.

Ο βυζαντινός λαός, όμως, δεν αποδέχθηκε τις συμφωνίες αυτές καθώς το λαϊκό αίσθημα κατά των Λατίνων ήταν εχθρικό, καθώς δεν μπορούσαν να λησμονήσουν τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204.

Την ίδια περίοδο οι Τούρκοι αντιμετώπιζαν δυσχέρειες στη Βαλκανική από τον Ιωάννη Ουνιάδη και τον Αλβανό ηγέτη Γεώργιο Σκεντέρμπεη, οι οποίοι πέτυχαν λαμπρές νίκες εναντίον τους.

Ωστόσο, η σταυροφορία που οργανώθηκε στη Δύση, για να σταματήσει την προέλαση των Τούρκων, συντρίφθηκε το 1444 στη Βάρνα.

Το 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Στην Αδριανούπολη, συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων.

Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2.000 από τους οποίους μισθοφόροι, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού.

Η Πόλη περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.

Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο που προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης.

 

Στις 20 Απριλίου ένας στόλος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.

Έτσι, η κατάσταση έγινε τραγική καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.

Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453 όπου στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στην ανυπεράσπιστη πόλη καταλαμβάνοντάς την εντός λίγων ωρών.

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έχασε τη ζωή του μαχόμενος.

Οι Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το ίδιο βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης».

Το πρωί της 7ης Μαΐου οι Τούρκοι και οι Έλληνες όρμησαν ο ένας στον άλλο σε μια επίθεση σώμα με σώμα. Ο Iουστινιάνης με κάμποσους πολεμιστές όρμησε κραυγάζοντας απάνω στους Τούρκους με τόση αφοβία, ώστε εν ριπή οφθαλμού τους πέταξε κάτω από τα τείχη και γέμισε το χαντάκι σκοτωμένους.

Η απάντηση των Ελλήνων στις προτάσεις των Τούρκων για την παράδοση της Πόλης

Ο γιος του άρχοντα της Σινώπης Ισμαήλ, έκανε προτάσεις, (με οικονομικό αντίτιμο), στους Έλληνες για ειρήνευση λέγοντας πως μπορεί να μεσολαβήσει στο να γίνει μια συμφωνία με το Σουλτάνο.

Το επιχείρημά του ήταν πως αν δεν πραγματωθεί συμφωνία, ο πληθυσμός όλος θα σκλαβωθεί. Οι Έλληνες πείστηκαν και έστειλαν τον Ισμαήλ στο Σουλτάνο ο οποίος και διέταξε να πληρώνεται στον ίδιο κάθε χρόνο φόρος, ύψους 100000 νομίσματα.

Στις 28 Μαΐου πραγματοποιήθηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που έλαβε χώρα στην περίφημη εκκλησία της πόλης και την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ σε λόγο προς τον λαό του, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στη δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός».

Η πολιορκία κράτησε σχεδόν 2 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες.

Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια, όμως οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος.

Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Βέβαια η παράδοση του Βυζαντίου δεν έσβησε με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την υποταγή στους Τούρκους.

Άλλωστε η Δυτική Ευρώπη, στα χρόνια του Ανθρωπισμού και της Αναγέννησης, βρήκε στο Βυζάντιο την πηγή, από την οποία γεύθηκε τους καρπούς του αρχαίου πνεύματος.

Δεν είναι σημερινό το φαινόμενο της υπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων σε βάρος των κοινών. Δεν εφευρέθηκε σήμερα η παροχή υπηρεσιών στον “εχθρό” και σε βάρος του λαού, προκειμένου κάποιοι να αυξήσουν τις καταθέσεις τους ή να αναρριχηθούν στην εξουσία (που για κάποιους το ένα φέρνει το άλλο).

Το 1071, στη μάχη του Ματζικέρτ, που καθόρισε το μέλλον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μια νίκη των ελληνικών στρατευμάτων υπό τον Αυτοκράτορα Ρωμανό τον Διογένη, μεταβλήθηκε αστραπιαία σε καταστροφή, επειδή τον θρόνο εποφθαλμιούσε ο Ανδρόνικος Δούκας. Και με υποχθόνιο τέχνασμα, πρόσφερε τη νίκη στον αντίπαλο Αλπ Αρσλάν.

Πόσο “γλυκιά” είναι επί τέλους αυτή η εξουσία, που οδηγεί τους ανθρώπους σε τόσο ανέντιμη συμπεριφορά; Πόσο πιο “ψηλός” νομίζει ότι είναι κάποιος, όταν ζει με κλεμμένα χρήματα, παρμένα από τα πορτοφόλια ανθρώπων που ίσα-ίσα διαθέτουν τα απαραίτητα προς το ζην;

Οι μωαμεθανοί σιγά-σιγά αφαιρούσαν εδάφη. Ό,τι κάνει η Τουρκία σήμερα, αφαιρώντας τμήματα της εθνικής μας κυριαρχίας.

Ώσπου ήρθαν οι “σύμμαχοι”, οι Σταυροφόροι, για να αποκρούσουν τους μωαμεθανούς και για να ανακουφιστεί η χριστιανική Αυτοκρατορία από την ασφυκτική τους πίεση.

Έτσι ακριβώς, όπως έρχονται και σήμερα οι “σύμμαχοί” μας της Ευρώπης για να μας σώσουν από το οικονομικό άγος, και οι “σύμμαχοί” μας στο ΝΑΤΟ για να μας προστατεύσουν από όσους επιβουλεύονται την εδαφική μας ακεραιότητα.

Τα αποτελέσματα της “βοήθειάς τους” είναι γνωστά.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Το είπε και ο Μαρξ, ότι επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Υπάρχουν όμως κοινά σημεία σε γεγονότα που απέχουν χρονικά μεταξύ τους, και που αξίζει να τα προσέξει κάποιος, ιδιαίτερα αν θέλει να μελετήσει τα συμβάντα και στον πρόναο της πολιτικής.