Το Υπουργείο Παιδείας, εν μέσω πανδημίας, με τα σχολεία και τα πανεπιστήμια κλειστά, τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς «κλεισμένους» στα σπίτια τους και χωρίς κανένα ουσιαστικό διάλογο με τους αρμόδιους φορείς, έδωσε στη δημόσια διαβούλευση πολυνομοσχέδιο για την Εκπαίδευση, το οποίο περιλαμβάνει σαρωτικές αλλαγές σε όλες τις βαθμίδες.

Δυστυχώς, το Υπουργείο συνεχίζει τις τακτικές που υποβάθμισαν τη Δημόσια εκπαίδευση όλα τα προηγούμενα χρόνια. Το πολυνομοσχέδιο χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο αυταρχισμό και προσπάθεια επιβολής μιας τιμωρητικής κουλτούρας για εκπαιδευτικούς και μαθητές, έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης, υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης στα Δημόσια σχολεία και επαναφορά της λογικής της «αριστείας» για τους λίγους και εκλεκτούς.  Οι προτάσεις δεν καινοτομούν και δεν αναβαθμίζουν τη ποιότητα της εκπαίδευσης, τουναντίον οι περισσότερες έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν και έχουν αποτύχει. Ιδιαίτερα επισημαίνουμε:

  • Την επαναφορά της αναφοράς της διαγωγής και των πολυήμερων αποβολών, μέτρων άκρως αναχρονιστικών για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας
  • Την εισαγωγή της αξιολόγησης όχι ως μέσου ουσιαστικής βελτίωσης της παρεχόμενης εκπαίδευσης αλλά ως τιμωρητικού/περιοριστικού μέσου επιβολής συγκεκριμένων πολιτικών
  • Την εισαγωγή ειδικοτήτων στο Νηπιαγωγείο ενώ είναι γνωστό στους εκπαιδευτικούς ότι είναι απαράδεκτο να διδάσκονται από διαφορετικά άτομα παιδιά ηλικίας 5-8 ετών, που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο αναφοράς από την οικογένεια στην κοινωνία
  • Την εισαγωγή των Αγγλικών στο νηπιαγωγείο όταν ακόμη δεν έχει επιτευχθεί από τα περισσότερα παιδιά το απαιτούμενο επίπεδο στη μητρική τους γλώσσα
  • Την εισαγωγή ειδικών μαθημάτων για ανάπτυξη δεξιοτήτων (soft skills) ως πρόσθετων ανεξάρτητων μαθημάτων ενώ θα έπρεπε οι δεξιότητες αυτές να αναπτύσσονται μέσα από όλα τα μαθήματα
  • Την αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα στο δημοτικό σχολείο από 22 σε 24, που μπορούν να φτάσουν τα 26 με ευθύνη του διευθυντή, και ταυτόχρονα να μη ορίζεται τάξη με κάτω από 20 μαθητές στα επταθέσια σχολεία και άνω, υποβαθμίζοντας εμφανώς την παρεχόμενη ποιότητα της εκπαίδευσης
  • Τον 2ετή αποκλεισμό των αναπληρωτών σε περίπτωση μη ανάληψης καθηκόντων
  • Την τουλάχιστον περίεργη θεσμοθέτηση του εκπαιδευτικού εμπιστοσύνης λες και είναι δυνατόν να υπάρχει εκπαιδευτική διαδικασία χωρίς την ανάπτυξη εμπιστοσύνης των μαθητών με τους δασκάλους τους – αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι η πρόσληψη ψυχολόγου σε όλα τα σχολεία
  • Την αύξηση των εξεταζόμενων μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση προάγοντας ένα πρότυπο εξεταστικού κέντρου
  • Την προσχηματική υποχρεωτική λειτουργία των σχολικών συμβουλίων τη στιγμή που όλες οι αποφάσεις τους τελούν υπό κηδεμονία
  • Την επαναφορά του αποτυχημένου θεσμού της Τράπεζας θεμάτων που κάθε άλλο παρά προάγει την ανάπτυξη κριτικής σκέψης
  • Την επαναφορά της βάσης του 10 ως μέτρου περιορισμού στην πρόσβαση στην δημόσια εκπαίδευση
  • Την απίστευτη προσκόλληση στη λογική της «αριστείας» μέσα από την επέκταση του θεσμού των πρότυπων και πειραματικών σχολείων που χωρίζουν την κοινωνία σε δύο διαφορετικές κατηγορίες, αυτή των προνομιούχων και αυτή των μη προνομιούχων
  • Την απόλυτη αγνόηση των αναγκών των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες η και αναπηρίες και τον συνακόλουθο αποκλεισμό τους από το δημόσιο σχολείο.
  • Την ξεπερασμένη διάκριση των επιστημών σε θετικές και ανθρωπιστικές
  • Την ανάδειξη των Πρυτανικών αρχών στα Πανεπιστήμια μόνο από το Καθηγητικό προσωπικό αψηφώντας, για πρώτη φορά στην μεταπολίτευση, ολοκληρωτικά τους φοιτητές και το υπόλοιπο διοικητικό και διδακτικό προσωπικό
  • Την ενδεχόμενη μεταπήδηση φοιτητών στα Ελληνικά Πανεπιστήμια από το εξωτερικό παρακάμπτοντας την διαδικασία της αναγνώρισης από το ΔΟΑΤΑΠ

Στο ΜέΡΑ25 πιστεύουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση χρειάζονται συναίνεση, η οποία προκύπτει μέσα από διάλογο με όλη την εκπαιδευτική κοινότητα , ώστε να προκύψει μία «εθνική στρατηγική», η οποία δεν θα εξαρτάται από καμία κυβέρνηση και κανένα υπουργό. Στην κατεύθυνση αυτή το ΜέΡΑ25 έχει τη θεσμοθέτηση Συμβουλίου  Εκπαίδευσης το οποίο θα χαράσσει την πολιτική για την εκπαίδευση μέσα από μία ευρεία συναίνεση, η οποία θα προκύπτει από έναν διαρκή διάλογο με όλους τους εκπαιδευτικούς αλλά και κοινωνικούς φορείς.