α) Επεξεργασία και έγκριση του Σχεδίου Προϋπολογισμού Δαπανών της Βουλής, οικονομικού έτους 2021. β) Έγκριση του Απολογισμού Δαπανών της Βουλής, οικονομικού έτους 2019 και του παραρτήματος αυτού (Απολογισμός 2019 των πεπραγμένων του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία).

Σας ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Καλούμαστε σήμερα να επεξεργαστούμε και να εγκρίνουμε το Σχέδιο Προϋπολογισμού Δαπανών της Βουλής του οικονομικού έτους 2021, καθώς και να εγκρίνουμε τον Απολογισμό Δαπανών της Βουλής του οικονομικού έτους 2019 και του παραρτήματος αυτού, σχετικά με τα πεπραγμένα του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

Βέβαια, εδώ κρύβεται μια κάποια ειρωνεία. Διότι καλούμαστε να τοποθετηθούμε για κάτι, για το οποίο έχουμε λόγο μόνο εικονικά.

Η αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δηλαδή σήμερα το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, αποφασίζει με τις ψήφους της για τον προϋπολογισμό δαπανών της Βουλής, τον καταρτίζει, τον εγκρίνει, τον ψηφίζει με την πλειοψηφική της δύναμη, ακολούθως τον υλοποιεί.

Καλούμαστε, δηλαδή, να τοποθετηθούμε επί ενός θέματος για το οποίο ουσιαστικά δεν έχουμε κανέναν λόγο.

Σε αυτή τη συνθήκη, το κόμμα μας ως κόμμα της αντιπολίτευσης καλείται να τοποθετηθεί πολιτικά, όχι τεχνικά.

Όπως είχαμε σημειώσει και έναν χρόνο πριν, «οι δαπάνες της Βουλής δεν είναι τεχνικό θέμα — είναι πολιτικό θέμα».

Μπορούμε φυσικά να φανταστούμε την αντίρρηση στη διαπίστωση ότι μας επιβάλλεται εδώ μια προσχηματική παρουσία, κατά την οποία έχει νόημα μόνο μια πολιτική, και όχι τεχνική, τοποθέτηση.

Όμως, υπάρχει απάντηση σε μια τέτοια αντίρρηση.

Θα μπορούσε να προταθεί η δυνατότητα αυξημένης πλειοψηφίας για την κατάρτιση και έγκριση του προϋπολογισμού της Βουλής, όπως και κατά τον απολογισμό δαπανών από τον προηγούμενο απολογισμό.

Μιας αυξημένης πλειοψηφίας 180 βουλευτών στην Ολομέλεια της Βουλής.

Αντί, λοιπόν, να αποφασίζουν μόνοι τους οι κυβερνητικοί βουλευτές για τον προϋπολογισμό των εξόδων, προτείνουμε αλλαγή των προϋποθέσεων του θεσμικού πλαισίου, ώστε η προϋπόθεση αυξημένης πλειοψηφίας για τον προϋπολογισμό των δαπανών της Βουλής, και τον αντίστοιχο απολογισμό του, να απαιτεί μεγαλύτερη σύνθεση και συνδιαμόρφωση ανάμεσα στις κοινοβουλευτικές ομάδες.

Με τελικό αποτέλεσμα έναν προϋπολογισμό και απολογισμό ο οποίος θα αντανακλά καλύτερα το μείγμα των πολιτικών σχηματισμών που η κοινωνία έστειλε στο κοινοβούλιο, στέλνοντας έτσι προς τα έξω ένα μήνυμα σύνθεσης.

Κατά αυτόν τον τρόπο η λογοδοσία θα αποκτούσε πραγματικό περιεχόμενο. Κάτι τέτοιο θα ήταν ένα εμβόλιο δημοκρατίας, μια πραγματική εναλλακτική στη δήθεν νομοτελειακά προσχηματική φύση της εδώ διαδικασίας, όσον αφορά στη συμμετοχή της αντιπολίτευσης τουλάχιστον.

Από ‘κει και πέρα, η οικονομική επιβάρυνση του κοινοβουλίου στον κρατικό προϋπολογισμό είναι παγίως μικρότερη του 0,1% του ΑΕΠ.

Και αφού μιλάμε για τη Βουλή των Ελλήνων, η οποία όταν δεν αυτο-υπονομεύεται με συνεχείς Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, εκπρόθεσμες τροπολογίες και Ολομέλειες των λίγων δεκάδων βουλευτών, θα μπορούσε να λειτουργεί πραγματικά ως ο κορυφαίος θεσμός της συλλογικής πολιτικής εκπροσώπησης του ελληνικού λαού, θα είμαστε οι τελευταίοι που θα στηλιτεύαμε λαϊκιστικά το συνολικό ποσό ως «μεγάλο».

Αντίθετα, το γεγονός ότι η μείωση των δαπανών σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2009, δηλαδή στα χρόνια της κρίσης, ανέρχεται περίπου στο ποσοστό του 40%, είναι ενδεικτικό.

Πέρυσι ο Πρόεδρος της Βουλής, κ. Τασούλας, είχε σημειώσει πως «αυτό δεν έχει υπονομεύσει ούτε το κύρος, ούτε το γόητρο, ούτε την αποτελεσματικότητα, ούτε τη μεγάλη βεντάλια των δράσεων του κοινοβουλίου».

Όμως μια τέτοια κρίση θα ήταν προτιμότερο να αφεθεί στους πολίτες.

Όσον αφορά  το παράρτημα του απολογισμού του 2019 σχετικά με το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, έχουμε να σημειώσουμε ότι ένα Ίδρυμα της Βουλής με σκοπό τη μελέτη και τη διάδοση των αρχών του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας θα ήταν μια εξαιρετικά καλή, και επίκαιρη, ιδέα.

Πολύ φοβόμαστε όμως ότι δε βλέπουμε κάτι τέτοιο μπροστά μας.

Βλέπουμε μια «παραρτηματοποποίηση» του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων στο αυστηρά κομματικό Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Με παράλληλη μεταπήδηση του προέδρου του Επιστημονικού του Συμβουλίου στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Ιδρύματος της Βουλής, και πρόγραμμα το «αναθεωρητικό ρεύμα» της νεώτερης ιστορίας της Ελλάδας, και ιδίως του εμφυλίου πολέμου, αν κρίνουμε από το υπόβαθρο των σχεδιασμών της ΝΔ για τη θέση του Γενικού Γραμματέα.

Δηλαδή, η κυβερνητική πλειοψηφία διατυπώνει ρητά την πρόθεσή της να μετατρέψει το  Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία σε θεσμό που θα διχάζει, ούτως ώστε να εμπεδωθούν οι ιδεολογικές της εμμονές.

Σε ένα τέτοιο πολιτικό πλαίσιο, το οποίο τίθεται, ένας τεχνικός σχολιασμός μας για τον απολογισμό του 2019 σχετικά με το Ίδρυμα περιττεύει.

Σε πρακτικό επίπεδο, οφείλουμε να σημειώσουμε μόνο το εξής ζήτημα για τον προϋπολογισμό της Βουλής οικονομικού έτους 2021.

Σε προηγούμενα έτη τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του κοινοβουλίου, με πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης της Βουλής, ώστε η κατανάλωση ενέργειας να μειωθεί ουσιαστικά.

Είδαμε τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ενώ έχουν παλαιότερα ακουστεί και τοποθετήσεις για «πράσινη» ταράτσα της Βουλής και φωτοβολταϊκά για την παροχή ενέργειας σε αυτήν.

Δεδομένου του συμβολικού βάρους του τρόπου λειτουργίας της Βουλής των Ελλήνων, θεωρούμε πως αυτή είναι μια κατεύθυνση που πρέπει να ενισχυθεί με γενναιότητα και μεγάλες πρωτοβουλίες, χωρίς ημίμετρα.

Θα ήθελα να κλείσω υπενθυμίζοντας στα μέλη της Επιτροπής ένα σημείο από την τοποθέτηση του ΜέΡΑ25 επί του ιδίου θέματος κατά το προηγούμενο έτος.

«Στον προϋπολογισμό της Βουλής οι Βουλευτές λογίζονται ως εργαζόμενοι της Βουλής, υπό την έννοια βέβαια του λαού, ως υπηρέτες του. Εδώ όμως γεννάται μια αντίφαση, η οποία αναπαράγεται και στον ισολογισμό.

Η κατηγορία δαπανών στην οποία εντάσσεται η βουλευτική αποζημίωση ονομάζεται «Υπηρεσίες», με την έννοια της παροχής υπηρεσιών προς την Βουλή, ενώ η υποκατηγορία με την αμοιβή της υπηρεσίας των Βουλευτών μένει ως «αποζημίωση», φέρνοντας στην επιφάνεια την έννοια του κόστους ευκαιρίας.

Μιας θυσίας που κάνει ο Βουλευτής για να γίνει τέτοιος, άρα έχει κόστος ευκαιρίας που η κοινωνία οφείλει να του αποζημιώσει.

Σε τελική λοιπόν ανάλυση, ο Βουλευτής είναι εργαζόμενος της Κοινωνίας, παρέχοντας υπηρεσίες ή κάποιος που κάνει χάρη στην κοινωνία και οφείλει να «αποζημιώνεται;».

Οι λέξεις έχουν τη σημασία τους και η σαφήνεια, ειδικά στο Κοινοβούλιο πρέπει να πρυτανεύει πάντα και παντού.

Ιδεολογικά, εμείς στο ΜέΡΑ25 λειτουργούμε ως η φωνή των πολιτών που μας εμπιστεύθηκαν στις εκλογές και όλων όσοι έχουν πυκνώσει τις τάξεις μας έκτοτε, και αυτό σημαίνει να ακούμε τους πολίτες, τον λαό, όχι ως επαΐοντες που χρήζουν «αποζημίωσης» να τους λέμε ποιο είναι το σωστό αφ’υψηλού.»

Θα ήταν ευχής έργο εάν το λεξιλόγιο του Προϋπολογισμού της Βουλής αντανακλούσε μια παρόμοια λογική.

Ως  ΜέΡΑ25 ψηφίζουμε ΠΑΡΩΝ.

Σας ευχαριστώ.