σ/ν  Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων: «Μέτρα ενίσχυσης των εργαζομένων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις και διατάξεις για την ενίσχυση των ανέργων».

Σας ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Υπουργέ

Δεδομένης της φύσης του νομοσχεδίου, αλλά και του τίτλου του, «Μέτρα ενίσχυσης των εργαζομένων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις και διατάξεις για την ενίσχυση των ανέργων», πιστεύω ότι αξίζει η περιγραφή ενός εισαγωγικού πλαισίου σχετικά με το τι συνιστά κοινωνική πρόνοια και αλληλεγγύη για την κυβέρνηση αφ’ενός, και για πολιτικούς χώρους όπως αυτός που εκπροσωπώ αφ’ ετέρου. Διότι αυτή η διαφορά προσφέρει ένα ριζικά διαφορετικό πλαίσιο για κάθε προτεινόμενο μέτρο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αναπόφευκτα, κοινωνική πρόνοια και αλληλεγγύη για την εγχώρια, νεοδημοκρατική εκδοχή του νεοφιλευθερισμού σημαίνει την διευθέτηση και μερική αντιμετώπιση ενός «αναγκαίου κακού».

Του «αναγκαίου κακού» ότι στην κοινωνία μας υφίστανται και όσοι δεν πέτυχαν, με την νεοφιλελεύθερη, νεοδημοκρατική έννοια της «ατομικής επιτυχίας», ξεκινώντας υποτίθεται από το ίδιο και ταυτόσημο σημείο εκκίνησης για όλους, σαν να μην υπήρχαν ταξικές διαφορές.

Του «αναγκαίου κακού» ότι υφίστανται αδύναμοι, ευάλωτοι συμπολίτες μας.

Συμπολίτες οι οποίοι χρειάζονται αρωγή και υποστήριξη, οι οποίοι βέβαια σύμφωνα με τα κριτήρια της κρατούσας ιδεολογίας απέτυχαν στη ζωή, καθώς δεν έδειξαν την ίδια κλίση στα προτάγματα της αριστείας, της ατομικής πρωτοβουλίας και ενδεχομένως της επιχειρηματικότητας.

Και ναι μεν «κακό του κεφαλιού τους», καθότι σύμφωνα με την ιδεολογία της κυβέρνησης η ευθύνη είναι όλη δική τους, αλλά προκύπτει το ερώτημα του τι να κάνουμε σε πρακτικό επίπεδο.

Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε διευθέτηση ζητημάτων πρόνοιας και αλληλεγγύης από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, εάν αυτή θέλει να είναι πιστή στην ιδεολογία της, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο πορεύεται και πολιτεύεται διαρκώς και με συνέπεια, αποτελεί μία ενόχληση.

Η οποία όμως πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Που αφενός δεν θα διακινδυνεύσει το ενδεχόμενο της αύξησης της κοινωνικής κινητικότητας, η οποία θα κατέρριπτε βασικά σημεία του ιδεολογήματος της αριστείας όπως το αντιλαμβάνεται και το προωθεί η κυβέρνηση, επιχειρώντας όμως παράλληλα να διατηρήσει την ανοχή των πολιτών, καθ’ ότι ακόμη και οι ασθενέστεροι αυτών φέρουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές.

Από την άλλη, το περιεχόμενο της κοινωνικής πρόνοιας και της αλληλεγγύης για πολιτικούς χώρους όπως αυτός που έχω την τιμή να εκπροσωπώ πλαισιώνεται με ριζικά διαφορετικό τρόπο.

Στο πλαίσιο τέτοιων πολιτικών αντιλήψεων, η αλληλεγγύη είναι ο μόνος τρόπος κοινωνικής προόδου και η αυτονόητη, απολύτως απαραίτητη και υποτυπώδης αυτοάμυνα της κοινωνίας στο νόμο της ζούγκλας, ο οποίος θα ίσχυε ανεμπόδιστα χωρίς αυτήν.

Στο νόμο της ζούγκλας των ταξικών διαφορών, των ριζικά διαφορετικών σημείων εκκίνησης από τα οποία ξεκινά ο καθένας στη ζωή, των ουσιαστικά διαφορετικών μέσων και περιθωρίων άμυνας του καθενός μας σε δυσκολίες ή ανατροπές της ζωής — ανάλογα με τα υλικά μέσα, τα οποία δεν εξαρτώνται από την προσωπική αξία του καθενός, αλλά σχετίζονται με τη δεδομένη κοινωνικο-οικονομική του τάξη.

Δεν θα επεκταθώ περισσότερο σε αυτήν την προβληματική, αλλά θα ήθελα να σημειώσω και να υπογραμμίσω ότι είναι σε ένα τέτοιο πλαίσιο που πρέπει να κατανοηθεί η διαφορά του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», όπως αυτό περιγράφεται από τον κυβερνητικό λόγο.

Δηλαδή ως μια παροχή με στόχο την απλή επιβίωση συγκεκριμένων και αριθμητικά περιορισμένων ομάδων πολιτών από την μια μεριά, και από την άλλη σε μια αντίληψη για την οποία αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα μια συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή την αντίληψη που μιλά για καθολικό βασικό εισόδημα.

Δηλαδή, χρήματα τα οποία δίνονται σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, έτσι ώστε ο καθένας να μπορεί να ορίσει τη ζωή του όπως επιθυμεί.

Μιλάμε ακριβώς για ό,τι εγκρίνεται και υποστηρίζεται από σειρά «δεξαμενών σκέψης» στην Αμερική και αλλού στον κόσμο, αλλά κατασυκοφαντείται στην Ελλάδα ως «λεφτόδεντρο», στο πλαίσιο της συμπυκνωμένης σοφίας και ωριμότητας της ελληνικής καθεστωτικής δημόσιας συζήτησης.

Ο διάλογος για το Καθολικό Βασικό Εισόδημα είναι έντονος, ειδικά εφόσον λαμβάνει χώρα σε μια εποχή με μεγάλη τεχνολογική πρόοδο — και το αναφέρω διότι είναι απολύτως σχετικό με την επικείμενη συζήτηση για τα παρωχημένα μέτρα προνοίας της κυβέρνησης, η οποία αντιλαμβάνεται την πρόνοια ως κρατική ελεημοσύνη.

Τα κατορθώματα από εταιρείες τεχνολογιών αιχμής συνεχώς αλλάζουν τα δεδομένα στην αγορά εργασίας.

Υπό αυτό το πρίσμα είναι ακριβώς οι εταιρείες στη Σίλικον Βάλευ (Silicon Valley), στη μητρόπολη μιας σύγχρονης καπιταλιστικής πρωτοπορίας (όσο ειρωνικό κι αν είναι αυτό), καθώς και πολλές «δεξαμενές σκέψης» που εισηγούνται να έχουν όλοι οι πολίτες ένα εγγυημένο εισόδημα.

Θεωρούμε όμως κρίσιμο το σημείο άντλησης του χρήματος, καθώς δεν πρέπει να έρχεται από επιπλέον φορολογία ούτε από το κράτος.

Με άλλα λόγια, οι πολίτες να μην πληρώνουν τον εαυτό τους, ούτε οι εταιρείες να πληρώνουν φόρο για κάτι παραπάνω.

Πιστεύουμε ότι η πηγή πρέπει να είναι μια μορφή κοινωνικού μερίσματος στα κέρδη του κεφαλαίου, ένα ποσοστό κέρδους το οποίο ανήκει σε όλους τους πολίτες.

Ειδικά σε εταιρείες που εκμεταλλεύονται εμπορικά τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί με δημόσια χρηματοδότηση. Πώς όμως μπορεί αυτό να επιτευχθεί;

Προτείνουμε την δημιουργία ενός παγκόσμιου ανεξάρτητου και διαφανή οργανισμού/φορέα που θα δρα σαν ο συλλέκτης, διανομέας και ελεγκτής του μερίσματος.

Έναν οργανισμό που πραγματικά θα εκπροσωπεί το συμφέρον των πολιτών χωρίς να στηρίζεται στο επιφανειακό ενδιαφέρον του καπιταλισμού για κοινωνική δικαιοσύνη.

Όμως, αυτή η συζήτηση απαιτεί και προϋποθέτει ένα διεθνές κοινό, στο πλαίσιο του οποίου ήδη διεξάγεται.

Επιστρέφουμε στην επί της αρχής συζήτηση για το νομοσχέδιο που εισάγεται στην Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων μέσα στις πρωτοφανείς συνθήκες που ζούμε.

Έρχεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και δύσκολη περίοδο για την Ελληνική κοινωνία και οικονομία, εν μέσω πανδημίας, απαγορεύσεων κυκλοφορίας και εκτίναξης των κρουσμάτων.

Με την ανεργία να καλπάζει και την εργασιακή επισφάλεια να κυριαρχεί, με τα εισοδήματα των πολιτών να πιέζονται ασφυκτικά και τους ίδιους να ζουν υπό καθεστώς νέων περιοριστικών μέτρων. Με την κοινωνία στο σύνολο της να βρίσκεται στα όρια των αντοχών της.

Ενδεικτικά είναι τα εξής στοιχεία: σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, το δεύτερο τρίμηνο του 2020 ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε κατά περίπου 10% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2019, ενώ η αναστολή εργασίας και η εκ περιτροπής εργασία πιέζει ακόμα περισσότερο τους Έλληνες πολίτες.

Περισσότεροι από επτά στους δέκα εργαζόμενους έχουν αποδοχές λιγότερες των 1.000 ευρώ, ενώ το ποσοστό των απασχολούμενων με μισθό έως 200 ευρώ έχει εκτοξευτεί εν μέσω πανδημίας. Εκτινάχτηκε από το 1% το πρώτο τρίμηνο του 2019 στο 12% το το ίδιο τρίμηνο του 2020, και αναμένεται να προσεγγίσει το 15%. Μισθοί των 200 ευρώ αλλά η πανδημία και η διαχείριση της δεν έχουν ταξικά χαρακτηριστικά…

Η ανεργία βρίσκεται περίπου στο 20%, αριθμός που μεταφράζεται για την τρέχουσα χρονιά σε μείωση της απασχόλησης κατά περίπου εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) άτομα, ενώ αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους να προσεγγίσει το 22%.

Ταυτόχρονα, στην ζώνη της αναστολής συμβάσεων, δηλαδή μεταξύ υποαπασχόλησης και ανεργίας, βρίσκονται περίπου 180.000 εργαζόμενοι.

Ο κίνδυνος μαζικής φτωχοποίησης είναι τεράστιος.

Γίνεται ακόμα εντονότερος καθώς οι περισσότεροι εξ αυτών, λαμβάνουν αποδοχές μειωμένες κατά τουλάχιστον 50%, σε σχέση με τον πραγματικό μισθό τους.

Ασφαλώς και το τρέχον λοκντάουν (lockdown), το οποίο θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει, είναι αποτέλεσμα πολιτικής ανεπάρκειας και ταξικής μεροληψίας από πλευράς της κυβέρνησης.

Ένα λοκντάουν (lockdown) που οφείλεται στην ανεπαρκή πρόνοια και την έλλειψη σχεδιασμού, σε  λάθη και ολιγωρίες που προκύπτουν από το γνωστό δόγμα «πολύ λίγο, πολύ αργά» με το οποίο κινείται η κυβέρνηση, καθώς και σε σκοπιμότητες που σχετίζονται με τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και εμμονές της.

Παράλληλα, είναι αδύνατον να μη σημειώσουμε την ειρωνεία του χρόνου που η κυβέρνηση καταθέτει προς συζήτηση ένα σχέδιο νόμου με τίτλο «Μέτρα ενίσχυσης των εργαζομένων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις και διατάξεις για την ενίσχυση των ανέργων».

Η κυβέρνηση πρόσφατα κατέστησε νόμο του κράτους τον πτωχευτικό κώδικα. Έναν ισοπεδωτικό νόμο τερατούργημα μέσω του οποίου δρομολογείται η γενικευμένη λεηλασία από ξένα ταμεία του ιδιωτικού πλούτου που έχει απομείνει στην Ελλάδα, η μεταφορά των ιδιωτικών περιουσιών των πολλών, κυρίως των μικρομεσαίων και των πιο αδύναμων, στα αρπαχτικά, και η απαλλοτρίωση και η μαζική εξαγωγή τους από την χώρα μας.

Αυτό το καταστρεπτικό νομοθετικό έκτρωμα, που παραβιάζει το Σύνταγμα, θα το ακολουθήσει το αναθεωρημένο Σχέδιο Προϋπολογισμού της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για το 2021, που προβλέπει μείωση των δαπανών για το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Και με τον νέο χρόνο θα ακολουθήσει η νέα λιτότητα και το 5ο Μνημόνιο, το πρώτο Πολυνομοσχέδιο του οποίου αποτελεί ο πτωχευτικός νόμος, ο οποίος μετατρέπει τη χώρα σε συνονθύλευμα πολλαπλών μικρών φυλακών ιδιωτικού χρέους, που θα συντηρήσουν το συνολικό καθεστώς χρεοδουλοπαροικίας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Στην τοποθέτησή μου προσπάθησα να υπηρετήσω τη λογική της «επί της αρχής» συζήτησης για ένα σχέδιο νόμου στην αρμόδια επιτροπή, σκιαγραφώντας το πλαίσιο εντός του οποίου η κυβέρνηση έρχεται να εισηγηθεί «Μέτρα ενίσχυσης των εργαζομένων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις και διατάξεις για την ενίσχυση των ανέργων».

Διότι χωρίς αυτό το πλαίσιο είναι αδύνατον να προσεγγίσουμε την ουσία των προτεινομένων νομοθετικών ρυθμίσεων.

Προσβλέπω στη δυνατότητα της επί των άρθρων συζήτησης προκειμένου να σχολιαστούν τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία εντάσσονται σε αυτό το γενικό, και σαφώς αποκαρδιωτικό, πλαίσιο.

Σας ευχαριστώ.